Translation of "forgiving" into Greek
επιεικής, ανεκτικός, ανεξίκακος are the top translations of "forgiving" into Greek.
forgiving
adjective
noun
verb
grammar
Inclined to forgive. [..]
-
επιεικής
I'm afraid he's not as honorable nor as forgiving as I am.
Φοβάμαι ότι δεν είναι τόσο έντιμος καθώς ούτε τόσο επιεικής όπως είμαι εγώ.
-
ανεκτικός
adjective masculineStaring death in the face has a way of making you want to be a little more forgiving.
Να αντιμετωπίζεις τον θάνατο κατάματα είναι ένας τρόπος να σε κάνει, να είσαι λίγο πιο ανεκτικός.
-
ανεξίκακος
Adjective -
συγκαταβατικός
adjective masculineHe was just and forgiving, but he was also a man and a stern and uncompromising judge of character.
Ήταν δίκαιος και συγκαταβατικός, αλλά ήταν επίσης άνθρωπος... γι'αυτό ήταν αυστηρός και ασυμβίβαστος κριτής του χαρακτήρα των άλλων.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "forgiving" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "forgiving" with translations into Greek
-
χαρίζω ένα χρέος
-
παραβλέπω · παραγράφω · συγχωρώ · συχωρώ · χαρίζω
-
διαγραφή χρέους
-
συγχωρώ
-
άφεση οφειλών · διαγραφή χρέους
-
Συγχώρεση · ανεξικακία · συγχώρεση · συγχώρηση · συχώρεση
-
παραβλέπω · παραγράφω · συγχωρώ · συχωρώ · χαρίζω
-
παραβλέπω · παραγράφω · συγχωρώ · συχωρώ · χαρίζω
Add example
Add