Translation of "frustrated" into Greek

απογοητευμένος, αγανακτισμένος, ανικανοποίητος are the top translations of "frustrated" into Greek.

frustrated adjective verb

Simple past tense and past participle of frustrate. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • απογοητευμένος

    adjective masculine

    Partway through his talks, he would begin to shed tears of frustration, since he was unable to finish.

    Σε κάποιο σημείο στη διάρκεια των ομιλιών του, άρχιζε να δακρύζει απογοητευμένος επειδή δεν μπορούσε να τις ολοκληρώσει.

  • αγανακτισμένος

    adjective

    Zeus was so frustrated with the human's impiety, that he flooded the Earth to destroy mankind.

    Ο Δίας αγανακτισμένος απο την ασέβεια των ανθρώπων πλημμύρισε την γη για να καταστρέψει την ανθρωπότητα.

  • ανικανοποίητος

    Adjective
  • Less frequent translations

    • εκνευρισμένος
    • ενοχλημένος
    • ταραγμένος
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "frustrated" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "frustrated" with translations into Greek

  • απωθημένα
  • βγάζω τα απωθημένα μου
  • βγάζω τ' απωθημένα μου σε · βγάζω το άχτι μου σε · εκτονώνω τον θυμό μου πάνω σε
  • ανατρέπω · απογοητεύω · βασανίζω · εκνευρίζω · ενοχλώ · κάνω καζούρα · κάνω χαλάστρα σε · ματαιώνω · παρεμποδίζω · σαμποτάρω · ταλανίζω
  • Παρά τον θυμό μου, την απογοήτευση μου..
  • απογοητεύω
  • έλλειψη ικανοποίησης · αγανάκτηση · αναστάτωση · απογοήτευση · δυσφορία · ματαίωση
  • απογοητευτικό · σπαστικός
Add

Translations of "frustrated" into Greek in sentences, translation memory