Translation of "fundament" into Greek
βάση, κωλομέρια, κώλος are the top translations of "fundament" into Greek.
fundament
noun
grammar
foundation [..]
-
βάση
noun feminineA fundamentally sound growth-orientated economy is the best platform to resist a downturn.
Μια κατά βάση υγιής οικονομία με αναπτυξιακό προσανατολισμό αποτελεί την καλύτερη βάση για την αντιμετώπιση μιας οικονομικής ύφεσης.
-
κωλομέρια
noun -
κώλος
noun masculine
-
Less frequent translations
- οπίσθια
- πισινός
- γλουτοί
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "fundament" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "fundament" with translations into Greek
-
χάρτης των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
-
Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
-
θεμελιώδης απαίτηση
-
θεμελιώδης μονάδα
-
· αιθέριος · βασικός · θεμέλιο · θεμελιώδης · κύριος · στοιχειώδης
-
στοιχειωδώς
-
βάση · βασική αρχή
-
στοιχειώδη σωματίδια
Add example
Add