Translation of "funicular" into Greek
Καλωδιοκίνητος Σιδηρόδρομος, τελεφερίκ are the top translations of "funicular" into Greek.
funicular
adjective
noun
grammar
Of, pertaining to, resembling, or powered by a rope or cable [..]
-
Καλωδιοκίνητος Σιδηρόδρομος
Η λέξη funicular προέρχεται από το λατινικό funiculus που σημαίνει λεπτό σχοινί (εν προκειμένω καλώδιο). Είναι σύστημα δύο αμαξιδίων συνδεδεμένων με καλώδιο (συρματόσχοινο), που κινούνται συγχρονισμένα, σε παράλληλες τροχιές και επομένως όταν το ένα ανεβαίνει κατεβαίνει το άλλο αμαξίδιο.
-
τελεφερίκ
nounHe announced that the funicular it would soon be open.
Δήλωσε ότι το τελεφερίκ θα είναι σύντομα ανοικτό.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "funicular" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "funicular"
Add example
Add