Translation of "gagging" into Greek

φίμωση, αναγούλα, αποπνικτικός are the top translations of "gagging" into Greek.

gagging noun verb grammar

Present participle of gag. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • φίμωση

    noun

    I can barely stand the sight of him without gagging.

    Μπορώ να σταθεί μόλις το θέαμα από τον χωρίς φίμωση.

  • αναγούλα

    noun feminine

    After last night, the sight of alcohol makes you want to gag.

    Μετά το χθεσινό, μου έρχεται αναγούλα στην ιδέα του αλκοόλ.

  • αποπνικτικός

    Adjective
  • ναυτία

    noun feminine

    I'm a mortician and that makes me gag.

    Παρόλο που είμαι εργολάβος κηδειών, μου προκαλεί πάντα ναυτία.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "gagging" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "gagging" with translations into Greek

  • για πλάκα
  • gag
    απάτη · αστείο · γκαγκ · επεισόδιο · καλαμπούρι · πλάκα · σκηνικό · τέχνασμα · φάρσα · φάση · φίμωση · φίμωτρο · φίμωτρον · φιμώνω
  • gag
    απάτη · αστείο · γκαγκ · επεισόδιο · καλαμπούρι · πλάκα · σκηνικό · τέχνασμα · φάρσα · φάση · φίμωση · φίμωτρο · φίμωτρον · φιμώνω
  • gag
    απάτη · αστείο · γκαγκ · επεισόδιο · καλαμπούρι · πλάκα · σκηνικό · τέχνασμα · φάρσα · φάση · φίμωση · φίμωτρο · φίμωτρον · φιμώνω
  • gag
    απάτη · αστείο · γκαγκ · επεισόδιο · καλαμπούρι · πλάκα · σκηνικό · τέχνασμα · φάρσα · φάση · φίμωση · φίμωτρο · φίμωτρον · φιμώνω
Add

Translations of "gagging" into Greek in sentences, translation memory