Translation of "generality" into Greek
γενικότητα, γενικολογία, καθολικότητα are the top translations of "generality" into Greek.
The quality of being general. [..]
-
γενικότητα
nounThe first justification is no more than a general assertion unsupported by objective criteria.
Η πρώτη δικαιολογία αποτελεί απλώς γενικότητα η οποία δεν επιβεβαιώνεται από αντικειμενικά κριτήρια.
-
γενικολογία
Τρόπος έκφρασης ή λόγος που δεν αναφέρεται συγκεκριμένα σε κτ, που διακρίνεται από αοριστία και ασάφεια (ΣΥΝ γενικότητα2). Χρήσεις: Απεχθάνομαι τη γενικολογία και τις υπεκφυγές. Εγώ του ζήτησα συγκεκριμένη απάντηση, αλλά εκείνος κατέφυγε σε γενικολογίες [ΜΗΛΝΕΓ]
-
καθολικότητα
nounThe right to deduct, the price of supplies and the general application of tax
Το δικαίωμα εκπτώσεως, η τιμή των παροχών και η καθολικότητα του φόρου
-
Less frequent translations
- γενικούρα
- στρατηγός
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "generality" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "generality" with translations into Greek
-
Επικοινωνίες επόμενης γενιάς
-
γένεση · γέννηση · γενεά · γενιά · παραγωγή
-
γενετικός · γεννητικός · παραγωγικός
-
Γεννήτρια τυχαίων αριθμών
-
Πρότυπη γλώσσα γενικευμένης σήμανσης