Translation of "genuineness" into Greek

αυθεντικότητα, γνησιότητα are the top translations of "genuineness" into Greek.

genuineness noun grammar

The quality of being genuine; authenticity. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αυθεντικότητα

    noun feminine

    Smith taught that “such a testimony is as a seal attesting the genuineness” of the principle.1

    Σμιθ δίδαξε ότι «τέτοιες μαρτυρίες είναι σαν μία σφραγίδα που πιστοποιεί την αυθεντικότητα» της αρχής1.

  • γνησιότητα

    noun feminine

    There's no way in which we can check the genuineness of these papers.

    Δεν υπάρχει κανένας τρόπος που να μπορούμε να ελέγξουμε τη γνησιότητα αυτών των εγγράφων.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "genuineness" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "genuineness" with translations into Greek

  • γνήσια · πραγματικά
  • αληθής · αληθινός · αμάλαγος · ανυπόκριτος · αυθεντικό · αυθεντικός · γνήσιος · ειλικρινής · σοβαρός
  • Γνήσιο λογισμικό της Microsoft
  • αληθής · αληθινός · αμάλαγος · ανυπόκριτος · αυθεντικό · αυθεντικός · γνήσιος · ειλικρινής · σοβαρός
  • αληθής · αληθινός · αμάλαγος · ανυπόκριτος · αυθεντικό · αυθεντικός · γνήσιος · ειλικρινής · σοβαρός
  • αληθής · αληθινός · αμάλαγος · ανυπόκριτος · αυθεντικό · αυθεντικός · γνήσιος · ειλικρινής · σοβαρός
  • αληθής · αληθινός · αμάλαγος · ανυπόκριτος · αυθεντικό · αυθεντικός · γνήσιος · ειλικρινής · σοβαρός
Add

Translations of "genuineness" into Greek in sentences, translation memory