Translation of "gifted" into Greek
ταλαντούχος, προικισμένος, χαρισματικός are the top translations of "gifted" into Greek.
gifted
adjective
verb
grammar
Endowed with special, in particular intellectual, abilities. [..]
-
ταλαντούχος
AdjectiveMaurice is a good man and a gifted psychiatrist.
Ο Mορίς είναι καλός άνθρωπος και ταλαντούχος ψυχίατρος.
-
προικισμένος
Hmm, which was gifted to us by a homeless person who no longer needed his cape.
Το οποίο ήταν προικισμένος σε μας από έναν άστεγο που δεν χρειάζονται πλέον την κάπα του.
-
χαρισματικός
adjective masculineNevertheless, from the outset he proved himself to be gifted at learning the Tahitian language.
Εντούτοις, από την αρχή κιόλας αποδείχτηκε χαρισματικός στην εκμάθηση της ταϊτικής.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "gifted" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "gifted" with translations into Greek
-
Δωρεά · Δώρο · δεξιότητα · δωρίζω · δωρεά · δώρημα · δώρο · είδη δώρων · ικανότητα · κληροδότημα · πεσκέσι · προικίζω · ταλέντο · χάρη · χάρισμα · χαρίζω
-
δώρο γενεθλίων
-
καποιανού του χαρίζανε ένα γάιδαρο κι αυτός τον κοίταζε στα δόντια · του χαρίζανε γάιδαρο και τον κοίταζε στα δόντια
-
Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντες
-
γονική παροχή
-
gift card · δωροκάρτα · κουπόνι δώρου
-
είδη δώρων
-
η ελευθερία έκφρασης · το χάρισμα του λόγου
Add example
Add