Translation of "glazed" into Greek
γλασαρισμένος, γυάλινος, γυαλιστερός are the top translations of "glazed" into Greek.
glazed
noun
adjective
verb
grammar
Of eyes: showing no liveliness. [..]
-
γλασαρισμένος
(μαγειρ.) -
γυάλινος
-
γυαλιστερός
adjective -
τζαμένιος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "glazed" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "glazed" with translations into Greek
-
Κουμπί "Καμένη καραμέλα"
-
πλακάκι
-
θολώνω
-
ξηροπαγωνιά · υαλόπαγος
-
σατινέ χαρτί
-
αγιάζι · γλάσο · γλασάρω · διαφανές χρώμα · επισμαλτώνω · εφυάλωση · σμάλτο · στιλβώνω · στιλπνότητα · υαλόπαγος
-
ύαλος
-
αγιάζι · γλάσο · γλασάρω · διαφανές χρώμα · επισμαλτώνω · εφυάλωση · σμάλτο · στιλβώνω · στιλπνότητα · υαλόπαγος
Add example
Add