Translation of "grasping" into Greek
πλεονέκτης, αρπαγή, αρπακτικός are the top translations of "grasping" into Greek.
grasping
adjective
noun
verb
grammar
Eager for money; greedy. [..]
-
πλεονέκτης
-
αρπαγή
nounYour evil grasp on my land and its people ends now.
Η διαβολική σου αρπαγή στην γη μου και στους ανθρώπους της τελειώνει τώρα.
-
αρπακτικός
adjective masculineGreedy, eager for wealth
-
Less frequent translations
- πιάσιμο
- σύλληψη
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "grasping" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "grasping" with translations into Greek
-
ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται
-
αρπάζω · καταλαβαίνω · κατανοώ
-
άρπα το από το σβέρκο
-
ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται
-
τριποδική λαβή
-
αρπάγη
-
αρχολίπαρος · σπουδαρχίδης
-
· (συγ)κρατώ · άδραγμα · αδράχνω · αιχμαλωτίζω · αντίληψη · αρπάζω · αρπαγή · γραπώνω · δράττομαι · κατανοώ · κατανόηση · κράτημα · λαβή · πιάνω · πιάσιμο · προσιτός · συλλαμβάνω · σφίγγω · σφίξιμο
Add example
Add