Translation of "greediness" into Greek

απληστία, ταμάχι are the top translations of "greediness" into Greek.

greediness noun grammar

The state of being greedy. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • απληστία

    noun feminine

    Seems a bit greedy for one man to have so many wives.

    Είναι απληστία ένας άντρας να έχει τόσες συζύγους.

  • ταμάχι

    noun
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "greediness" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "greediness" with translations into Greek

  • άπληστος · αδηφάγος · αχόρταγος · λαίμαργος · λιχούδης · πλεονέκτης
  • άπληστος · αδηφάγος · αχόρταγος · λαίμαργος · λιχούδης · πλεονέκτης
  • άπληστος · αδηφάγος · αχόρταγος · λαίμαργος · λιχούδης · πλεονέκτης
  • άπληστος · αδηφάγος · αχόρταγος · λαίμαργος · λιχούδης · πλεονέκτης
  • άπληστος · αδηφάγος · αχόρταγος · λαίμαργος · λιχούδης · πλεονέκτης
  • άπληστος · αδηφάγος · αχόρταγος · λαίμαργος · λιχούδης · πλεονέκτης
  • άπληστος · αδηφάγος · αχόρταγος · λαίμαργος · λιχούδης · πλεονέκτης
Add

Translations of "greediness" into Greek in sentences, translation memory