Translation of "grow" into Greek

μεγαλώνω, φυτρώνω, καλλιεργώ are the top translations of "grow" into Greek.

grow verb grammar

(intransitive) To become bigger. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • μεγαλώνω

    verb

    (intransitive) to become bigger [..]

    And then I started growing up in a big joint family.

    Και μετά άρχισα να μεγαλώνω σε μια μεγάλη κοινή οικογένεια.

  • φυτρώνω

    verb
  • καλλιεργώ

    verb

    I'm not really ready to watch my garden grow just yet.

    Δεν είμαι έτοιμος να κάθομαι να καλλιεργώ τον κήπο μου.

  • Less frequent translations

    • αναπτύσσομαι
    • αυξάνω
    • ανάπτυξη
    • αύξηση
    • γίνομαι
    • παράγω
    • αφήνω
    • αυξάνομαι
    • φουντώνω
    • εμφανίζω
    • μετατρέπομαι
    • κάνω
    • βγάζω
    • ακμάζω
    • ανδρώνομαι
    • βλασταίνω
    • εκπηγάζω
    • εκπορεύομαι
    • μεγεθύνομαι
    • ξεφυτρώνω
    • φύομαι
    • γίνομαι δημοφιλής
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "grow" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Images with "grow"

Phrases similar to "grow" with translations into Greek

  • γίνομαι ανθεκτικός σε · είμαι ανθεκτικότερος σε · μένω ασυγκίνητος από
  • είμαι αυτοφυής
  • αδυνατίζω · αραιώνω · εξαντλούμαι · λεπταίνω
  • αναπτύσσομαι · ανδρώνομαι · βάλε μυαλό · ενηλικιώνομαι · μεγαλώνω · σοβαρεύομαι · ωριμάζω
  • ανάπτυξη · αναπτυσσόμενος · αυξανόμενος · διαρκώς αυξανόμενος · διογκούμενος · κλιμακούμενος · μεγαλώνοντας · ολοένα διαδιδόμενος · ωρίμανση · όλο και περισσότεροι
  • ανδρώνομαι
  • αναπτύσσω · εξελίσσω
  • καλλιέργεια οπωροφόρων δένδρων
Add

Translations of "grow" into Greek in sentences, translation memory