Translation of "growth" into Greek
ανάπτυξη, αύξηση, όγκος are the top translations of "growth" into Greek.
an increase in size, number, value, or strength [..]
-
ανάπτυξη
noun feminineincrease in size
Its strategy was based on vertical integration and growth by acquisition.
Η στρατηγική της βασιζόταν στην κάθετη διάρθρωση και στην ανάπτυξη μέσω της αγοράς άλλων επιχειρήσεων.
-
αύξηση
noun feminineAs a result, explosive growth occurred in the gathering of the anointed sons.
Ως αποτέλεσμα, υπήρξε εκρηκτική αύξηση όσον αφορά τη σύναξη των χρισμένων γιων.
-
όγκος
noun masculineIt's an abnormal growth of nerves, it could be causing all the patient's symptoms.
Είναι ένας παθολογικός όγκος νευρικού ιστού. Μπορεί να προκαλεί όλα τα συμπτώματα της ασθενούς.
-
Less frequent translations
- βλάστηση
- άνοδος
- εξάπλωση
- ωρίμανση
- ανάπτυγμα
- βλάστωμα
- οικονομική μεγέθυνση
- Growth
- πρόοδος
- μεγάλωμα
- πλήθυνση
- προεξοχή
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "growth" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
-
Ανάπτυξη, αύξηση
Phrases similar to "growth" with translations into Greek
-
επιβράδυνση τής ανάπτυξης
-
ανάπτυξη ρωγμής
-
δακτύλιος
-
ρυθμός ανάπτυξης
-
ανάπτυξη δέντρου
-
αυξήσεις μισθών · μισθολογικές αυξήσεις
-
ανάπτυξη επιχείρησης
-
αύξηση πληθυσμού · αύξηση του πληθυσμού