Translation of "hacking" into Greek
υποκλοπή, χακάρισμα are the top translations of "hacking" into Greek.
hacking
adjective
noun
verb
grammar
Short and interrupted, broken, jerky; hacky. [..]
-
υποκλοπή
-
χακάρισμα
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "hacking" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "hacking" with translations into Greek
-
Pen for hire, κομματόσκυλο, δημοσιογραφίσκος ... a quick and clever solution to a problem ... a horseback ride · αγοραίο όχημα · αξίνα · βήχω · γραφιάς · κασμάς · κομματιάζω · κόλπο · λαξεύω · μπαλώνω · παλιάλογο · πελεκώ · πετσοκόβω · συντρίβω · τέχνασμα · ταξί · τρικ · τσεκουρώνω · υποκλέπτω · χακάρω
-
«ματσετιά» · μαχαιριά
-
το αντέχω
-
δημοσιοποίηση απόρρητων κρατικών εγγράφων. · συνωμοσία υποκλοπής Η.Υ
-
περνάω, διασχίζω ζούγκλες
-
ξερόβηχας
-
εισβάλλω σε · παραβιάζω · παρεισφρέω σε · παρεμβαίνω σε · υποκλέπτω · χακάρω (κτ)
-
Pen for hire, κομματόσκυλο, δημοσιογραφίσκος ... a quick and clever solution to a problem ... a horseback ride · αγοραίο όχημα · αξίνα · βήχω · γραφιάς · κασμάς · κομματιάζω · κόλπο · λαξεύω · μπαλώνω · παλιάλογο · πελεκώ · πετσοκόβω · συντρίβω · τέχνασμα · ταξί · τρικ · τσεκουρώνω · υποκλέπτω · χακάρω
Add example
Add