Translation of "hagiology" into Greek

αγιολογία, συναξάρι, συναξαριστής are the top translations of "hagiology" into Greek.

hagiology noun grammar

literature dealing with the lives of saints [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αγιολογία

    Θεολ.

    αγιολογία (η) Ο κλάδος που μελετά την εκκλησιαστική παράδοση και διδασκαλία σχετικά με τους αγίους (τη ζωή και το έργο τους, τις τιμές που τους αποδίδονται κ.λπ.). — αγιολόγος (ο), αγιολογικός, -ή, -ό [1809], αγιολογικά επίρρ. [ΛΝΕΓ]

  • συναξάρι

    σύντομη ή εκτενέστερη αφήγηση με αντικείμενο τους μάρτυρες τής πίστης και τα μαρτύρια τους, αλλά και γενικότ. βίους αγίων, οσίων, ιεραρχών, ιστορικές αφηγήσεις για θρησκευτικές εορτές κ.λπ., που περιλαμβάνεται στα λειτουργικά βιβλία τής Εκκλησίας και χρησιμοποιείται στη λειτουργία τού όρθρου: το - τού διακόνου Μαυρικίου 2. (συνεκδ.) το βιβλίο που περιέχει τις παραπάνω αφηγήσεις [ΛΝΕΓ]

  • συναξαριστής

    2. η συλλογή συναξαριών σε ένα βιβλίο. [ΛΝΕΓ]

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "hagiology" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Add

Translations of "hagiology" into Greek in sentences, translation memory