Translation of "handling" into Greek

χειρισμός, μεταχείριση, κατεργασία are the top translations of "handling" into Greek.

handling noun verb grammar

Present participle of handle. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • χειρισμός

    noun masculine

    It is an easily perishable product that is not good at withstanding handling and movement.

    Πρόκειται για ευαλλοίωτο προϊόν που δεν αντέχει χειρισμούς και μετακινήσεις.

  • μεταχείριση

    noun

    The difficulties in handling the new currency were more frequently reported by older respondents.

    Δυσχέρειες στη μεταχείριση του νέου νομίσματος αναφέρθηκαν συχνότερα από πολίτες μεγαλύτερης ηλικίας.

  • κατεργασία

    This method of handling curd cheese (ripening and frying) did not come about by chance.

    Αυτή η ιδιαίτερη μέθοδος κατεργασίας του πηγμένου τυριού (ωρίμαση και ψήσιμο) δεν αναπτύχθηκε τυχαία.

  • Less frequent translations

    • συμπεριφορά
    • μεταφορά και διακίνηση φορτίων
    • χειρισμός, διαχείριση
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "handling" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "handling" with translations into Greek

  • Χειρολαβή, χειρίζομαι, διεκπεραιώνω
  • αγγίζω · αντιμετωπίζω · ασχολούμαι · δείκτης χειρισμού · διακινώ · διεκπεραιώνω · καταφέρνω · κουμαντάρω · λαβή · μανίκι · μετέρχομαι · μεταχειρίζομαι · μοχλός · παρανόμι · πολιτεύομαι σε (θέμα) · πόμολο · στειλιάρι · συμπεριφέρομαι · τα βγάζω πέρα · φέρομαι · χέρι · χειρίζομαι · χειρολαβή · χερούλι · χρησιμοποιώ · ψευδώνυμο
  • λαβή περιστροφής
  • Ηλεκτρονική διαχείριση εγγράφων
  • Ηλεκτρονική διαχείριση εγγράφων
  • βγαίνω απ'τα ρούχα μου · γίνομαι έξω φρενών · γίνομαι εκτός εαυτού · μου τη βάρεσε · μου τη δίνει · παραφέρομαι · τα χάνω · τσαντίζομαι · χάνω την ψυχραιμία μου
  • μηχανήματα αερισμού
  • διαχείριση μηνύματος
Add

Translations of "handling" into Greek in sentences, translation memory