Translation of "harass" into Greek
βασανίζω, διώκω, ενοχλώ are the top translations of "harass" into Greek.
harass
Verb
verb
noun
grammar
To fatigue or to tire with repeated and exhausting efforts [..]
-
βασανίζω
verbδεν αφήνω σε χλωρό κλαρί(φρ.)
Demons born of past wrongs that hound and harass him.
Γεννήματα παλιών αμαρτιών που τον κατατρέχουν και τον βασανίζουν.
-
διώκω
Verb verbThe tooth fairy is gonna come and harass us all for not flossing?
Θα έρθει η κακιά νεράιδα και θα μας διώξει να μην την ακολουθήσουμε;
-
ενοχλώ
verbδεν αφήνω σε χλωρό κλαρί(φρ.)
He told him that I was crazy and that I was harassing you.
Του είπε πως είμαι τρελός και σε ενοχλώ.
-
Less frequent translations
- παρενοχλώ
- κατατρέχω
- κατατρύχω
- προσβάλλω
- ταλαιπωρώ
- καταπονώ
- κυνηγώ
- πιλατεύω
- παιδεύω
- επιβαρύνω
- δεν αφήνω σε χλωρό κλαρί
- πειράζω
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "harass" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "harass" with translations into Greek
-
παρενοχλώ
-
Σεξουαλική παρενόχληση · σεξουαλική παρενόχληση
-
ψυχολογική παρενόχληση
-
Παρενόχληση · ενόχληση · παρενόχληση · πειράγματα
-
δράστης (παρενόχλησης) · ενοχλητικός (τύπος) · επιτιθέμενος
-
αγχωμένος
-
Παρενόχληση · ενόχληση · παρενόχληση · πειράγματα
-
Σεξουαλική παρενόχληση · σεξουαλική παρενόχληση
Add example
Add