Translation of "harrowing" into Greek
ανατριχιαστικός, βασανιστικός, εφιαλτικός are the top translations of "harrowing" into Greek.
harrowing
adjective
noun
verb
grammar
Present participle of harrow. [..]
-
ανατριχιαστικός
Adjective -
βασανιστικός
adjectiveThis is a very harrowing picture you've painted for us, Mrs. Borden.
Πολύ βασανιστικός ο πίνακας που μας περιγράφετε Κ Μπόρντεν.
-
εφιαλτικός
adjective
-
Less frequent translations
- τραυματικός
- φρικτός
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "harrowing" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "harrowing" with translations into Greek
-
βασανίζω · βωλοκοπώ · βωλοκόπος · κατασπαράζω · καταστρέφω · κατατρύχω · πλήττω · ρημάζω · σβάρνά, βωλοκόπι · σβάρνα · σβαρνίζω · σπαράσσω · τραυματίζω
-
ανατριχιαστική ιστορία · εφιαλτική ιστορία
-
βασανίζω · βωλοκοπώ · βωλοκόπος · κατασπαράζω · καταστρέφω · κατατρύχω · πλήττω · ρημάζω · σβάρνά, βωλοκόπι · σβάρνα · σβαρνίζω · σπαράσσω · τραυματίζω
-
βασανίζω · βωλοκοπώ · βωλοκόπος · κατασπαράζω · καταστρέφω · κατατρύχω · πλήττω · ρημάζω · σβάρνά, βωλοκόπι · σβάρνα · σβαρνίζω · σπαράσσω · τραυματίζω
Add example
Add