Translation of "haughtiness" into Greek
αλαζονεία, ακαταδεξιά, υπεροψία are the top translations of "haughtiness" into Greek.
haughtiness
noun
grammar
The state or property of being haughty; arrogance, snobbery. [..]
-
αλαζονεία
noun feminineIt's an act stemming from his haughtiness in believing he's become a people's hero.
Είναι μία πράξη που απορρέει απο την αλαζονεία του, πιστεύοντας πως θα γίνει ο ήρωας ενός λαού.
-
ακαταδεξιά
noun femininethe property of being haughty
-
υπεροψία
nounYes, a Christian should be alert to keep haughtiness out of his heart.
Ναι, ο Χριστιανός οφείλει να είναι άγρυπνος ώστε να κρατάει την υπεροψία έξω από την καρδιά του.
-
Less frequent translations
- έπαρση
- αρχοντιλίκι
- ύβρις
- Αλαζονεία - Έπαρση - Καύχηση - Κομπασμός - Κομπορρημοσύνη - Ξιπασιά - Οίηση - Περιαυτολογία - Υπερηφάνεια - Υπεροψία
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "haughtiness" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "haughtiness" with translations into Greek
-
Αποστασιοποιημενη, ψυχρη υπεροψια ... σνομπ · αγέρωχος · ακατάδεκτος · αλαζονικός · καταφρονητικός · περιφρονητικός · υπεροπτικος, αλαζονικος, περιφρονητικος, αγερωχος · υπεροπτικός · φαντασμένος
-
Αποστασιοποιημενη, ψυχρη υπεροψια ... σνομπ · αγέρωχος · ακατάδεκτος · αλαζονικός · καταφρονητικός · περιφρονητικός · υπεροπτικος, αλαζονικος, περιφρονητικος, αγερωχος · υπεροπτικός · φαντασμένος
Add example
Add