Translation of "have" into Greek
έχω, λαμβάνω, κατέχω are the top translations of "have" into Greek.
(transitive) To possess, own, hold. [..]
-
έχω
verbto possess [..]
My sister has two sons, so I have two nephews.
Η αδερφή μου έχει δύο γιούς, επομένως εγώ έχω δύο ανιψιούς.
-
λαμβάνω
verbThe notifying authority shall have adequate arrangements to safeguard the confidentiality of the information obtained.
Η κοινοποιούσα αρχή προβαίνει στις κατάλληλες ρυθμίσεις για να εξασφαλίσει την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που λαμβάνει.
-
κατέχω
verbWhether the issuer’s major shareholders have different voting rights, or an appropriate negative statement.
Διευκρινίζεται εάν οι κύριοι μέτοχοι του εκδότη κατέχουν διαφορετικά δικαιώματα ψήφου. Σε διαφορετική περίπτωση, υποβάλλεται σχετική αρνητική δήλωση.
-
Less frequent translations
- διαθέτω
- κρατώ
- δίνω
- δέχομαι
- έχει
- κάνω
- οφείλω
- επιτυγχάνω
- καταφέρνω
- προκαλώ
- αποδέχομαι
- παθαίνω
- αναγκάζομαι
- γαμώ
- καταναλώνω
- αρρωσταίνω
- ενέχω
- νοσώ
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "have" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "have" with translations into Greek
-
αγανακτώ με κπ
-
τη φυλάω σε κπ · την έχω στημένη (σε κπ) · το έχω φυλαγμένο σε · το κρατάω μανιάτικο σε κπ · το φυλάω σε
-
για καλή μου, κακή μου τύχη · ευτυχώς, δυστυχώς · το 'φερε η μοίρα · όλως τυχαίως · όπως το έφερε η τύχη
-
έχω απώτερο σκοπό · έχω κτ άχτι · έχω προσωπικό συμφέρον
-
ζητώ την κεφαλή(ν) κάποιου επί πίνακι
-
είμαι ιδιότροπος · κάνω τα δικά μου