Translation of "heal" into Greek
θεραπεύω, αναρρώνω, επουλώνω are the top translations of "heal" into Greek.
heal
verb
noun
grammar
(transitive) To make better; to revive, recover, or cure. [..]
-
θεραπεύω
verbmake better
The healing energy is touching me all over.
Νιώθω τον πόνο στην καρδιά μου να θεραπεύεται.
-
αναρρώνω
verbbecome better
The two pygmies are safe and well and I am healing fast.
Οι πυγμαίοι είναι ασφαλείς κι εγώ αναρρώνω γρήγορα.
-
επουλώνω
verbMy therapist says I try to heal my own wounds by healing theirs.
Η ψυχολόγος λέει ότι φροντίζοντας τις πληγές τους, επουλώνω τις δικές μου.
-
Less frequent translations
- γιαίνω
- γιατρεύομαι
- αποκαθιστώ
- γιατρεύω
- επουλώνομαι
- θεραπεύομαι
- κάνω καλά
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "heal" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "heal" with translations into Greek
-
θρέφω
-
γιάτρεμα · επούλωση · θεραπεία · ιαματικός
-
τεχνολογία αυτόματης επιδιόρθωσης
-
θεραπεύω
-
γιατρεμένος
-
γιάτρεμα · επούλωση · θεραπεία · ιαματικός
-
γιάτρεμα · επούλωση · θεραπεία · ιαματικός
-
γιάτρεμα · επούλωση · θεραπεία · ιαματικός
Add example
Add