Translation of "heterography" into Greek

διαφορετική γραφή, παλαιόερη ορθογραφία, παλαιότερη ορθογράφηση are the top translations of "heterography" into Greek.

heterography noun grammar

(countable) An incorrect spelling; a spelling different from accepted spelling. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • διαφορετική γραφή

  • παλαιόερη ορθογραφία

  • παλαιότερη ορθογράφηση

    ορθογράφηση διαφορετική από αυτή που χρησιμοποιείται σήμερα

  • πολυχρηστικότητα γραμμάτων

    2. η χρήση τού ίδιου γράμματος ή συνδυασμού γραμμάτων για να παραστήσει διαφορετικούς φθόγγους, όπως π.χ. στα Αγγλικά, η χρήση τού s στις λέξεις sit και easy.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "heterography" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Add

Translations of "heterography" into Greek in sentences, translation memory