Translation of "high" into Greek
ψηλός, ψηλά, υψηλός are the top translations of "high" into Greek.
high
adjective
verb
noun
adverb
grammar
Being elevated in position or status, a state of being above many things. [..]
-
ψηλός
adjective masculinetall, lofty [..]
The last time I saw you, my boy, you were this high.
Tην τελευταία φορά που σε είδα, αγόρι μου, ήσουν τόσο ψηλός.
-
ψηλά
adverbMy cholesterol levels are high.
Τα επίπεδα της χοληστερόλης μου είναι υψηλά.
-
υψηλός
adjectiveYour heart rate's a little high but steady.
Ο καρδιακός σου ρυθμός είναι λίγο υψηλός, αλλά σταθερός.
-
Less frequent translations
- μαστουρωμένος
- μεγάλος
- ύπατος
- γυμνάσιο
- υψηλόβαθμος
- ανώτερης βαθμίδας
- ανώτερης κοινωνικής τάξης
- πεδίο υψηλού βαρομετρικού
- προχωρημένος
- σημαντικός
- σπουδαίος
- ψηλο
- μέγας
- εξέχων
- επιφανής
- αντικυκλώνας
- διαπρεπής
- έξοχος
- υψηλό βαρομετρικό
- χαρμανιασμένος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "high" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
High
-
Υψηλός
High number of errors at final beneficiary level
Υψηλός αριθμός σφαλμάτων σε επίπεδο τελικού δικαιούχου
-
Υψηλός, ανώτερος
Images with "high"
Phrases similar to "high" with translations into Greek
-
υψηλόβαθμος
-
Πολύ υψηλή συχνότητα
-
πολυκατοικία · πολυόροφο κτίριο
-
Νατρίου, υψηλής πίεσης
-
ενημέρωση υψηλής προτεραιότητας
-
υψηλή απόδοση
-
υψηλή στάθμη , υψηλού επιπέδου
-
οξύς
Add example
Add