Translation of "hiring" into Greek
μίσθωση, ενοικίαση, προσλήψεις are the top translations of "hiring" into Greek.
hiring
verb
Present participle of hire. [..]
-
μίσθωση
noun feminineThis appropriation is intended to cover the hire of cars or means of transport to meet unforeseeable needs.
Η πίστωση αυτή προορίζεται να καλύψει τη μίσθωση οχημάτων ή μεταφορικών μέσων, προς αντιμετώπιση ορισμένων εκτάκτων αναγκών.
-
ενοικίαση
noun feminineEven though I approved it as local hire.
Ακόμα κι αν το είχα εγκρίνει σαν τοπική ενοικίαση.
-
προσλήψεις
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "hiring" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "hiring" with translations into Greek
-
αγκαζάρω · απασχόληση · εκμίσθωση · εκμισθώνω · ενοικίαση · ενοικιάζω · μίσθωση · μεροκαματιάρης · μισθωτός · μισθός · μισθώνω · νοίκιασμα · νοικιάζω · πιάνω · προσλαμβάνω
-
υπεύθυνος προσλήψεων
-
εκμισθώνω
-
μεροκαματιάρης · μισθωτός
-
αγορά με δόσεις
-
βαλτός
-
μεταφορά για λογαριασμό τρίτου
-
νεοδιόριστος · νεοπροσληφθείς
Add example
Add