Translation of "hooked" into Greek
γαμψός, αγκιστροειδής, εξαρτημένος are the top translations of "hooked" into Greek.
hooked
adjective
verb
grammar
Simple past tense and past participle of hook. [..]
-
γαμψός
adjectiveHere, we see the eel's head with its strong hook teeth.
Εδώ βλέπουμε το κεφάλι του χελιού με τα δυνατά, γαμψά του δόντια...
-
αγκιστροειδής
adjectivehaving a sharp curve at the end; resembling a hook
-
εξαρτημένος
adjective masculine -
κυρτός
adjective masculine‘Hook’ means a bent, sharpened piece of steel wire usually with barb.
«αγκίστρια»: κυρτά και αιχμηρά τεμάχια χαλύβδινου σύρματος που φέρουν συνήθως δόντι.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "hooked" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "hooked" with translations into Greek
-
δέλεαρ ειδήσεων
-
άγγιστρο · άγκιστρο · αγκίστρι · αγκιστρώνω · αισχροκερδώ · γάντζος · γαντζώνομαι · γαντζώνω · δέλεαρ · δόκανο · κοτσάρω · παγίδα · πιάνω · ρεβέρσα · τσεκουρώνω · υπερχρεώνω · χαρατσώνω
-
σβάστικα · τετραγαμμάδιον · τετρασκέλιον
-
γαμψό ράμφος
-
κόπιτσα · κόπτσα
-
αφήνω κπ ατιμώρητο · αφήνω κπ στο απυρόβλητο · κάνω τα στραβά μάτια · ξελασπώνω κπ · τη χαρίζω σε κπ
-
καταπίνω κάτι αμάσητο
-
με κατεβασμένο το ακουστικό · στο απυρόβλητο
Add example
Add