Translation of "hurting" into Greek
πόνος is the translation of "hurting" into Greek.
hurting
noun
verb
grammar
Present participle of hurt. [..]
-
πόνος
noun masculineYou will be hurt again, and so will I, because being hurt is part of being alive.
Θα ξαναπονέσεις, όπως και εγώ, γιατί ο πόνος είναι κομμάτι της ζωής.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "hurting" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "hurting" with translations into Greek
-
άλγος · βλάβη · βλάπτω · βλαμμένος · ζημία · ζημιά · ζημιώνω · θίγω · κάνω ζημιά σε · κάνω κακό · κακοποιώ · κακό · λαβωματιά · λυπώ · πάσχω · πειράζω · πικραίνω · πλήγμα · πλήγωμα · πλήττω · πληγή · πληγείς · πληγωμένος · πληγώνω · πονάω · πονώ · προξενώ πόνο · στενοχωρώ · τραυματίζω · τραύμα · υποφέρω · χτυπάω · χτυπώ
-
βάρα τους εκεί που πονάει...στο πορτοφόλι.
-
παθαίνω κακό · χτυπάω
-
δεν βλάπτει
-
τραυματίζομαι
-
μισή ντροπή δική μου και μισή ντροπή δική του
-
θίγω τον εγωισμό κάποιου
-
δεν βλάπτει
Add example
Add