Translation of "impassivity" into Greek

απάθεια is the translation of "impassivity" into Greek.

impassivity noun grammar

the state of being impassive [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • απάθεια

    noun feminine

    All you have to do is smile impassively and nod in response to particular charm.

    Το μόνο που πρέπει να κάνετε είναι να χαμογελάτε με απάθεια και να κάνετε νεύμα σε απάντηση κάποιας ιδιαίτερης γοητείας.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "impassivity" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "impassivity" with translations into Greek

  • καταλήγω σε αδιέξοδο
  • αναίσθητος · απαθής
  • αδιάβατος
  • προ αδιεξόδου · σε αμηχανία
  • αδιέξοδο · αδιέξοδο στενό · αδιέξοδος · αποτελμάτωση · τέλμα
  • διάπυρος · θερμός · παθιασμένος · περιπαθής · σπαρακτικός · συγκινητικός · φλογερός
  • απαθής
  • βρίσκομαι σε αδιέξοδο · καταλήγω σε αδιέξοδο · περιέρχομαι σε αδιέξοδο · φτάνω σε αδιέξοδο
Add

Translations of "impassivity" into Greek in sentences, translation memory