Translation of "imperfectness" into Greek
ατέλεια is the translation of "imperfectness" into Greek.
imperfectness
noun
grammar
The state of being imperfect. [..]
-
ατέλεια
noun feminineFirstly, an imperfection in the definition of the objectives of the Riksbank was identified.
Καταρχάς, διαπιστώθηκε ατέλεια στον ορισμό των στόχων της Riksbank.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "imperfectness" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "imperfectness" with translations into Greek
-
παρατατικός
-
παρατατικός
-
μη συνοπτική όψη · μη τετελεσμένος · παρατατικός
-
ατελής · ελαττωματικός · ελλιπής · παρατατικός · πλημμελής · υποτυπώδης
-
ατέλεια · ελάττωμα · ζημία · ψεγάδι
-
ατελής · ελαττωματικός · ελλιπής · παρατατικός · πλημμελής · υποτυπώδης
-
ατέλεια · ελάττωμα · ζημία · ψεγάδι
-
ατελής · ελαττωματικός · ελλιπής · παρατατικός · πλημμελής · υποτυπώδης
Add example
Add