Translation of "impersonate" into Greek
υποδύομαι, μιμούμαι, παίζω are the top translations of "impersonate" into Greek.
impersonate
verb
grammar
(transitive) To manifest in corporeal form, or in one's own person or body. [..]
-
υποδύομαι
verbπαίζω(λαϊκ.)
I guess I'm not that good at impersonations.
Τελικά δεν είμαι και τόσο καλός στο να υποδύομαι τους άλλους!
-
μιμούμαι
It's my bad luck I look like Aryan, but I always impersonate you
Κακή μου τύχη να μοιάζω του Άριαν, αλλά εγώ πάντα σε μιμούμαι.
-
παίζω
verbπαίζω(λαϊκ.)
How do we know you're not just someone impersonating a probation worker?
Πώς ξέρουμε πως δεν είσαι κάποιος που το παίζει υπεύθυνος αναστολής;
-
Less frequent translations
- προσποιούμαι
- προσωποποιώ
- ενσαρκώνω
- εκπροσωπώ
- αντιποιούμαι την ταυτότητα [+Γεν.]
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "impersonate" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "impersonate" with translations into Greek
-
αντιποίηση αρχής
-
αντιποίηση αρχής · παριστάνω τον αστυνομικό
-
αντιποίηση αρχής
-
Απρόσωπα ρήματα · απρόσωπο ρήμα
-
αντιποίηση ταυτότητας · απομίμηση · μίμηση · προσποίηση · προσωποποίηση
-
ανώνυμος · απρόσωπος · αφηρημένος
-
Μιμητής · ηθοποιός · μίμος
-
διακριτικό απομίμησης
Add example
Add