Translation of "impotent" into Greek
ανίκανος, αδύναμος, αδύνατος are the top translations of "impotent" into Greek.
impotent
adjective
noun
grammar
Lacking physical strength or vigor; weak. [..]
-
ανίκανος
adjective3. (ιατρ., για άντρα) που δεν μπορεί να έρθει σε σεξουαλική επαφή εξαιτίας σωματικής ατέλειας ή ψυχολογικών προβλημάτων. [ΛΚΝ]
He could have been a part of that scene until the impotence kicked in.
Ίσως ήταν swinger, μέχρι τη στιγμή που έγινε σεξουαλικά ανίκανος.
-
αδύναμος
adjective masculine -
αδύνατος
adjective -
ανίσχυρος
adjective
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "impotent" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "impotent" with translations into Greek
-
αδυναμία · ανημποριά · ανικανότητα
-
αδυναμία · ανημποριά · ανικανοτητα · ανικανότητα · ερωτική ανικανότητα
-
αδυναμία · ανημποριά · ανικανότητα
-
αδυναμία · ανημποριά · ανικανοτητα · ανικανότητα · ερωτική ανικανότητα
Add example
Add