Translation of "in time" into Greek

εγκαίρως, έγκαιρα are the top translations of "in time" into Greek.

in time noun adverb

At or before the time assigned. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • εγκαίρως

    You are not going to make it in time for school.

    Δε θα φτάσεις εγκαίρως στο σχολείο.

  • έγκαιρα

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "in time" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "in time" with translations into Greek

  • απευθείας · σε πραγματικό χρόνο
  • σημείο · στιγμή · ώρα
  • ταξίδι στο χρόνο
  • εντοπισμός σφαλμάτων just-in-time
  • άλλοτε · κάποτε · παλαιότερα · παλιά · παλιότερα · προ πολλού · στα παλιά χρόνια · στα προγενέστερα χρόνια · τον παλιό καιρό
  • στο παρά πέντε
  • χάνομαι στα βάθη τών αιώνων
  • αυτή τη στιγμή · εδώ που φτάσαμε · επί τού παρόντος · κατά την παρούσα χρονική στιγμή · στην παρούσα φάση · την παρούσα στιγμή
Add

Translations of "in time" into Greek in sentences, translation memory