Translation of "increment" into Greek
αύξηση, επαύξηση, προσαύξηση are the top translations of "increment" into Greek.
The action of increasing or becoming greater. [..]
-
αύξηση
noun feminineThe general denominator may not be disabled from incrementing for any other condition.
Η αύξηση του γενικού παρονομαστή δεν μπορεί να αδρανοποιείται υπό οποιεσδήποτε άλλες συνθήκες.
-
επαύξηση
noun feminineThus, the increment brought about by the transaction will be moderate.
Συνεπώς, η επαύξηση που θα προκαλούσε η υπό εξέταση πράξη θα ήταν περιορισμένη.
-
προσαύξηση
feminineIt is therefore appropriate to halve the monthly increment in order to improve market fluidity.
Είναι συνεπώς σκόπιμο να υποδιπλασιαστεί η μηνιαία προσαύξηση, ώστε να βελτιωθεί η ρευστότητα της αγοράς.
-
Less frequent translations
- πλήθυνση
- μεγάλωμα
- άνοδος
- προσαύξηση, βήμα αύξησης
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "increment" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "increment" with translations into Greek
-
Δέκτης σταδιακού συντονισμού
-
επαυξητική καινοτομία · σταδιακή καινοτομία
-
αυξητικός κωδικοποιητής
-
προοδευτική αναζήτηση
-
Σταδιακός πλεονασμός
-
επαυξητικός τύπος αντιγράφων ασφαλείας
-
επαυξητική ανίχνευση
-
Δέκτης σταδιακού συντονισμού