Translation of "indexing" into Greek
ευρετηρίαση, ευρετηριασμός, διαίρεση are the top translations of "indexing" into Greek.
indexing
noun
verb
grammar
Present participle of index. [..]
-
ευρετηρίαση
nounIndexing of extracted data; and
Ευρετηρίαση των εξαγόμενων δεδομένων· και
-
ευρετηριασμός
manage the historical archives: accessions, organisation, digitising, indexing and incorporation in a database,
Διαχείριση των ιστορικών αρχείων: μεταφορά, οργάνωση, ψηφιοποίηση, ευρετηριασμός και ενσωμάτωση στη βάση δεδομένων
-
διαίρεση
noun feminine -
δεικτοδότηση, εκχώρηση δεικτών, ευρετηρίαση
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "indexing" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "indexing" with translations into Greek
-
μοναδικό ευρετήριο
-
Δείκτης Τιμών Καταναλωτή · δείκτης τιμών καταναλωτών
-
δείκτης θέσης
-
δείκτης λαμπρότητας
-
Κατάλογος γλωσσών και διαλέκτων
-
δείκτης άρθρωσης
-
ψευδο-ευρετήριο
-
Δείκτης, ευρετήριο · Ευρετήριο
Add example
Add