Translation of "individuality" into Greek
ατομικότητα, προσωπικότητα, ιδιαιτερότητα are the top translations of "individuality" into Greek.
(uncountable) The characteristics which contribute to the differentiation or distinction of someone or something from a group of otherwise comparable identity. [..]
-
ατομικότητα
nounHugh interfaced with the others and transferred his sense of individuality to them.
Ο Χιου μετέδωσε την ατομικότητα και στους άλλους.
-
προσωπικότητα
noun feminineYou are perhaps the most resourceful individual l have ever known.
Είσαι ίσως η πιο πολυμήχανη προσωπικότητα που έχω γνωρίσει.
-
ιδιαιτερότητα
It notes that neither individuality nor originality is a criterion of a trade mark’s distinctiveness.
Υπενθυμίζει ότι ούτε η ιδιαιτερότητα ούτε η πρωτοτυπία αποτελούν κριτήρια του διακριτικού χαρακτήρα ενός σήματος.
-
οντότητα
nounCommercial banks shall, pursuant to law, conduct business operations without interference from any unit or individual.
Οι εμπορικές τράπεζες ασκούν επιχειρηματικές δραστηριότητες, δυνάμει της νομοθεσίας, χωρίς καμία παρέμβαση από οποιαδήποτε οντότητα ή οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "individuality" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "individuality" with translations into Greek
-
χωριστή (διαχωρισμένη) επεξεργασία λυμάτων
-
Διεθνής / Ατομική ταυτότητα κινητού συνδρομητή
-
Συνεστραμμένων θωρακισμένων με φύλλο ζευγών, με εξωτερική θωράκιση φύλου
-
ατομική χρήση
-
ατομικό άθλημα
-
Εξατομίκευση · ατομικότητα
-
ξεχωρίζω
-
ειδική άδεια