Translation of "inflated" into Greek
πομπώδης, στομφώδης, φουσκωμένος are the top translations of "inflated" into Greek.
inflated
adjective
verb
grammar
Simple past tense and past participle of inflate. [..]
-
πομπώδης
-
στομφώδης
-
φουσκωμένος
(από υπερηφάνεια)
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "inflated" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "inflated" with translations into Greek
-
Πληθωρισμός
-
καλπάζων πληθωρισμός
-
στασιμοπληθωρισμός
-
φουσκώνω
-
φουσκωτό κάλυμμα κεραίας
-
ποσοστό πληθωρισμού · ρυθμός πληθωρισμού
-
φουσκωτός χορευτής · χορευτής αέρα
-
Πληθωρισμός · διόγκωση · πληθωρισμός · πληθωρισμός plithorismos · φούσκωμα
Add example
Add