Translation of "insulting" into Greek

προσβλητικός, βρισιά, υβριστικός are the top translations of "insulting" into Greek.

insulting adjective noun verb grammar

Containing insult, or having the intention of insulting. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • προσβλητικός

    adjective masculine

    containing insult, or having the intention of insulting

    I don't see any point of your being insulting about it.

    Δεν βλέπω για ποιό λόγο θα πρέπει να είσαι προσβλητικός.

  • βρισιά

    noun

    People use it as a casual term or an insult.

    Ο κόσμος τη χρησιμοποιεί σαν απλό όρο ή σαν βρισιά.

  • υβριστικός

    Adjective

    The Commission further stresses that the applicant's statement that the sheets were fictitious' is insulting and above all without foundation.

    Η Επιτροπή υποστηρίζει, επίσης, ότι ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι τα δελτία είχαν κατατεθεί κατά τρόπο «περίεργο» είναι υβριστικός και, κυρίως, στερείται βασιμότητας.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "insulting" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "insulting" with translations into Greek

  • βρίζω · βρισιά · εξύβριση · καταπέλτης · λοιδωρία · προσβάλλω · προσβολή · υβρίζω · ύβρη · ύβρις
  • ήτανε στραβό το κλήμα, το 'φαγε κι ο γάιδαρος · ζητάω και (τα) ρέστα · κάνω την κατάσταση ακόμα χειρότερη · σαν να μην έφτανε αυτό · το κερασάκι στην τούρτα · όλα του γάμου δύσκολα κι η νύφη γκαστρωμένη
  • Ήτανε στραβό το κλήμα, το ’φαγε κι ο γάιδαρος · να σε κάψω Γιάννη, να σ'αλείψω μύξα
  • προσβάλλω
  • προσβεβλημένος
  • βρίζω · βρισιά · εξύβριση · καταπέλτης · λοιδωρία · προσβάλλω · προσβολή · υβρίζω · ύβρη · ύβρις
  • βρίζω · βρισιά · εξύβριση · καταπέλτης · λοιδωρία · προσβάλλω · προσβολή · υβρίζω · ύβρη · ύβρις
Add

Translations of "insulting" into Greek in sentences, translation memory