Translation of "invent" into Greek
εφευρίσκω, αποκαλύπτω, επινοώ are the top translations of "invent" into Greek.
invent
verb
grammar
To design a new process or mechanism. [..]
-
εφευρίσκω
verbSo I've been busily inventing motives and suspects and victims and so forth.
Έτσι ήμουν απασχολημένη να εφευρίσκω κίνητρα, υπόπτους, θύματα και τέτοια.
-
αποκαλύπτω
verbdesign a new process or mechanism
This is the final resting place of the man who invented the stock market bubble.
Αυτή είναι η τελευταία κατοικία του ανθρώπου που αποκάλυψε τις χρηματιστηριακές φούσκες
-
επινοώ
verbI've always done that - told stories, invented stuff.
Πάντα το έκανα αυτό – να λέω ιστορίες, να επινοώ διάφορα.
-
επανορθώνω
verb
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "invent" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "invent" with translations into Greek
-
δημιουργικότητα · επινοητοκότητα · εφευρετικότητα
-
εφευρίσκω
-
ανθρωποτητας
-
πλαστός
-
πενία · πενία τέχνας κατεργάζεται
-
επινοητικός · εφευρετικός · πολυμήχανος · πολύστροφος
-
Εφεύρεση · ανακάλυψη · επινόημα · επινόηση · εφεύρεση · εφεύρημα · κατασκευή
-
επινοητικός · εφευρετικός · πολυμήχανος · πολύστροφος
Add example
Add