Translation of "investigating" into Greek
έρευνα, πραγματογνωμοσύνη are the top translations of "investigating" into Greek.
investigating
verb
noun
Present participle of investigate. [..]
-
έρευνα
noun feminineImporters did not cooperate in the original investigation either.
Οι εισαγωγείς δεν συμμετείχαν ούτε στην αρχική έρευνα.
-
πραγματογνωμοσύνη
nounJohn Michaels was the one investigating the claim.
O Tζον Μάικλς έκανε την πραγματογνωμοσύνη.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "investigating" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "investigating" with translations into Greek
-
ιδιωτικός ερευνητής
-
έρευνα · ανάκριση · ανακριτική έρευνα · διερεύνηση · δικαστική έρευνα · εξέταση · πραγματογνωμοσύνη · ψάξιμο
-
ανερευνώ · διαγιγνώσκω · διαπιστώνω · διενεργώ ανακρίσεις για · διεξάγω · διερευνώ · εξετάζω · ερευνώ · μελετώ
-
ανάκριση
-
ανακριτική διαδικασία · ποινική έρευνα
-
ανακριτικό υλικό · ανακριτικός φάκελος
-
ειδικός ανακριτής
-
αστυνομικός ανακριτής
Add example
Add