Translation of "jerks" into Greek

σπασμοί, τρεμούλα are the top translations of "jerks" into Greek.

jerks verb noun

Third-person singular simple present indicative form of jerk. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • σπασμοί

  • τρεμούλα

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "jerks" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "jerks" with translations into Greek

  • αγενής · ακούσια κίνηση · αναπηδώ · αντανακλαστικό · απότομη κίνηση · αρπάζω · βλάκας · ηλίθιος · κωλόπαιδο · κόβω κρέας σε φέτες και τις αποξηραίνω στον ήλιο · κόπανος · μαλάκας · παροξυσμός · σείω · σπασμός · σύσπαση μυών · τίναγμα · ταρακουνάω · τινάζομαι · τινάζω · τράνταγμα · τραβάω απότομα · τραντάζω
  • επολέ-ζετέ · ζετέ
  • Κραδασμός, τράνταγμα
  • κωλοβαράω
  • αντανακλαστικά
  • βαράω μαλακία · μαλακία · μαλακίζομαι · τα ξύνω
  • αντανακλαστικός · αυτόματος, ενστικτώδης, σπασμωδικός, αστόχαστος, αψυχολόγητος · εξαρτημένος
  • σπασμωδικός
Add

Translations of "jerks" into Greek in sentences, translation memory