Translation of "keying" into Greek
διέγερση τηλεγραφίας, ενεργοποίηση πομπού, εφαρμογή κλείδας are the top translations of "keying" into Greek.
keying
noun
verb
grammar
Present participle of key. [..]
-
διέγερση τηλεγραφίας, ενεργοποίηση πομπού
-
εφαρμογή κλείδας
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "keying" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "keying" with translations into Greek
-
βασική έννοια · βασικός όρος · λέξη κλειδί · λέξη-κλειδί
-
Μηχανισμός διανομής κλειδών
-
Διαμόρφωση μετατόπισης πλάτους
-
νησί
-
μπρελόκ
-
δακτύλιος κλειδιών · κλειδοθήκη · κρίκος · μπρελόκ
-
εμπλουτισμένη χρήση κλειδιού
-
Διαμόρφωση μετατόπισης πλάτους
Add example
Add