Translation of "kill" into Greek
σκοτώνω, φονεύω, θανατώνω are the top translations of "kill" into Greek.
kill
verb
noun
grammar
(transitive) To put to death; to extinguish the life of. [..]
-
σκοτώνω
verbput to death [..]
If a man kills a tiger, they say it's sport. If a tiger kills a man, they say it's brutality.
Οταν ένας άνθρωπος σκοτώσει ενα τίγρη ,αυτό λέγεται άθλημα ,όταν ο τίγρης σκοτώσει έναν άνθρωπο αυτό λέγεται θηριωδία.
-
φονεύω
verbput to death
It could increase your brainpower, or it could kill you.
Θ'αυξήσει τη διαν οητική ικαν ότητά σου ή θα σε φονεύσει.
-
θανατώνω
verbput to death
Do you think that killing men me joy?
Πιστεύεις ότι θανατώνω αυτούς τους δύστυχους γιατί το διασκεδάζω
-
Less frequent translations
- δολοφονώ
- φόνος
- δολοφονία
- θήραμα
- σβήνω
- θανάτωση
- θύμα
- θανατηφόρο πλήγμα
- καταστρέφω
- ξεκάνω
- πιστολιάζω
- σφάζω
- φαγανε
- εξουδετερώνω
- πεθαίνω κπ
- καθαρίζω
- διαλύω
- χαλάω
- κλείνω
- εκτελώ
- καταργώ
- ξεκληρίζω
- καταψηφίζω
- απορρίπτω
- αποσύρω
- αφήνω στον τόπο
- βγάζω κπ απ' τη μέση
- εξανεμίζω
- εξαφανίζω
- εξοντώνω
- κατεβάζω μονορούφι
- κοστίζω τη ζωή σε
- πεθαίνω από πόνο
- προκαλώ τον θάνατο [+Γεν.]
- στέλνω στον θάνατο
- συντρίβω
- χαραμίζω
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "kill" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "kill"
Phrases similar to "kill" with translations into Greek
-
ευθανασία
-
στρατόπεδο εκτελέσεων · τόπος εκτελέσεων
-
με έχει πεθάνει · με έχει ταράξει · με πεθαίνει
-
εκεί κόλλησες; · πονάς · σε πονάει
-
σκοτώνω τον καιρό
-
έγκλημα τιμής
-
αλληλοσπαράζονται
-
πεσόντες
Add example
Add