Translation of "known" into Greek
γνωστός, γνώριμος are the top translations of "known" into Greek.
known
adjective
noun
verb
grammar
Past participle of know [..]
-
γνωστός
noun masculinethat whom other people know, renowned, famous [..]
John Locke, the well-known philosopher of freedom, was a shareholder of the Royal African Company, which bought and sold slaves.
Ο Τζον Λοκ, ο γνωστός φιλόσοφος της ελευθερίας, ήταν μέτοχος στη Βασιλική Εταιρία της Αφρικής, η οποία αγόραζε και πουλούσε σκλάβους.
-
γνώριμος
adjective masculineThe deceased was well-known to us.
Το θύμα είναι παλιός καλός γνώριμος.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "known" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "known" with translations into Greek
-
Γνωστά καλή μονάδα
-
γνωστή φυσιογνωμία · επώνυμος · πασίγνωστο πρόσωπο · σημαίνον πρόσωπο
-
Γνωστά καλό τσιπ
-
άγνωστο πρόσωπο · ελάχιστα γνωστό πρόσωπο
-
Αναζήτηση μεγάλων πρώτων αριθμών
-
κοινώς γνωστός ως
-
ας πρόσεχε · αφού (το) ξέρεις ότι δεν είναι (για), αξίζει, κάνει να · δεν δικαιολογείσαι · κακώς έκανα που · τι ήθελα και · όφειλε να γνωρίζει το σωστό
-
δηλώνομαι ως · είμαι γνωστός ως · καλούμαι · λέγομαι
Add example
Add