Translation of "labor" into Greek
εργασία, κόπος, δουλειά are the top translations of "labor" into Greek.
(uncountable) Workers in general; the working class, the workforce; sometimes specifically the labor movement, organised labor. [..]
-
εργασία
noun feminineOne of the factors of production. It includes all the exertions - manual, physical or mental - by individuals, directed towards the production of wealth.
But actually they wanted these people use as cheap labor.
Αλλά στην πραγματικότητα ήθελαν αυτούς τους ανθρώπους Χρήση ως φτηνής εργασία.
-
κόπος
noun masculineSometimes their labors lead to dead ends, but in many cases they deliver benefits to mankind.
Ενίοτε, οι κόποι τους οδηγούν σε αδιέξοδο, αλλά σε πολλές περιπτώσεις φέρνουν οφέλη στην ανθρωπότητα.
-
δουλειά
noun feminineBut you should be admitted until you go into labor.
Αλλά εσύ θα αφήνεις μέχρι να πας στην δουλειά.
-
Less frequent translations
- εργάζομαι
- δουλεύω
- μόχθος
- γέννα
- έργο
- εργατικά
- τοκετός
- ωδίνες
- άθλος
- εργατιά
- κοπιάζω
- προλεταριάτο
- κάματος
- εργατικά χέρια
- εργατική τάξη
- εργατικό δυναμικό
- τα εργατικά
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "labor" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
(Australian) The Australian Labor Party. [..]
-
βλ. labour
Phrases similar to "labor" with translations into Greek
-
Πρωτομαγιά
-
ημερομίσθιος εργάτης
-
έλλειψη εργατικού δυναμικού · έλλειψη εργατών · έλλειψη προσωπικού
-
που απαιτεί επίπονη χειρωνακτική εργασία
-
ένωση · αδελφότητα · εργατικό συνδικάτο · εργατικό σωματείο · συνδικαλιστική οργάνωση
-
εργατικό δίκαιο
-
παγκόσμια ημέρα εργαζομένων
-
ωκυτόκος