Translation of "laughing" into Greek
γέλιο, αστείος are the top translations of "laughing" into Greek.
laughing
noun
verb
grammar
The action of the verb to laugh. [..]
-
γέλιο
noun neuterI would assume her place, so that her laugh may once again fill solemn air.
Θα έπαιρνα τη θέση της, ώστε το γέλιο της να γεμίσει ξανά τον αέρα.
-
αστείος
adjectiveYour fashion code is a joke, but I'm not laughing anymore.
Ο κώδικας μόδας σου ήταν αστείος αλλά δεν γελάω πια.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "laughing" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "laughing" with translations into Greek
-
Φοινικοπερίστερο
-
Αζτεκόγλαρος
-
Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος · πίσω έχει η αχλάδα την ουρά
-
γέλιο · γελάω · γελώ · εκφράζω χαρά · χαμογελώ
-
να σκας στα γέλια · ξεκαρδιστικός
-
ας γελάσω · καλό κι αυτό · καλώς τονε
-
γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος
-
γελώ εις βάρος ''κάποιου'' · κοροϊδεύω · περιγελώ
Add example
Add