Translation of "lead" into Greek
μόλυβδος, προβάδισμα, οδηγώ are the top translations of "lead" into Greek.
(transitive) To cover, fill, or affect with lead; as, continuous firing leads the grooves of a rifle. [..]
-
μόλυβδος
noun masculinechemical element [..]
Three feet of lead and steel, impenetrable to any and all types of blasts.
Ένα μέτρο μολύβδου και σιδήρου, αδιαπέραστο σε όλου του είδους τις εκρήξεις.
-
προβάδισμα
noun neuterprecedence; advance position
Ashley was cast as the lead in a play, she used to love theater.
Ashley πετάχτηκε ως το προβάδισμα σε ένα παιχνίδι, συνήθιζε να αγαπούν το θέατρο.
-
οδηγώ
verbThe answer leads us to a vicious circle.
Η απάντηση μας οδηγεί σ' έναν φαύλο κύκλο.
-
Less frequent translations
- ηγούμαι
- μολύβι
- προηγούμαι
- προπορεύομαι
- βυθομετρητής
- επιμολυβδώνω
- μολυβδοσκεπή
- μολυβδοταινία
- άγω
- πόλυβδος
- καθοδήγηση
- δίοδος
- ίχνος
- αγωγός
- διαφορά
- φέρνω
- είμαι επικεφαλής
- αρχηγία
- διάγω
- ηγεσία
- οδήγηση
- στοιχείο
- επιφέρω
- πρωτοπορία
- πρωταγωνιστής
- κορυφή
- καθοδηγώ
- πρωτιά
- πηγαίνω
- βαρίδι
- ευκαιρία
- καταλαμβάνω
- διάστιχο
- κινώ
- περνώ
- ρίχνω
- πρωτοπορώ
- έχω την πρωτοπορία
- έχω το προβάδισμα
- αποδύομαι
- βολίδα
- θέση στο μπέιζμπολ
- κατέχω την πρώτη θέση
- προεξάρχω [+Γεν.]
- πρωτοστατώ σε
- υποψήφιος πελάτης
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "lead" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
-
Μόλυβδος
Lead and cadmium in atomic absorption spectroscopy lamps.
Μόλυβδος και κάδμιο σε λυχνίες φασματοσκοπίας ατομικής απορρόφησης
-
Προπορεία, προηγούμαι, ακροδέκτης
Images with "lead"
Phrases similar to "lead" with translations into Greek
-
αντιστάθμιση προπορείας - υστέρησης
-
Πλαστικός φορέας τσιπ με ακροδέκτες
-
νομοθεσία (νόμοι) σχετικά με τον (για τον) μόλυβδο
-
αντιστάθμιση προπορείας
-
εξαπατώ
-
αποβαίνω σε · καταλήγω σε · οδηγώ σε
-
εισαγωγή