Translation of "learn" into Greek
μαθαίνω, εκμάθηση, διδάσκω are the top translations of "learn" into Greek.
(now regional slang or dialect) To teach. [..]
-
μαθαίνω
verbto acquire knowledge or ability [..]
We can't change history, but we can learn from it.
Δεν μπορούμε να αλλάξουμε την ιστορία, αλλά μπορούμε να μάθουμε από αυτή.
-
εκμάθηση
Noun feminineLanguage learning is for all citizens, throughout their lives.
Η εκμάθηση γλωσσών θα πρέπει να γίνεται από όλους τους πολίτες, καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής τους.
-
διδάσκω
verbWe also recommend that we learn from the management mistakes, the unfair competition and the intergovernmental squabbles.
Επίσης συνιστούμε ότι πρέπει να διδαχθούμε από τα διαχειριστικά λάθη, τον αθέμιτο ανταγωνισμό και τις διακυβερνητικές διαμάχες.
-
Less frequent translations
- σπουδάζω
- σπουδή
- διάβασμα
- μανθάνω
- ανακαλύπτω
- διαπιστώνω
- ακούω
- μελετώ
- πληροφορούμαι
- εξακριβώνω
- αποστηθίζω
- πηδώ
- φοιτώ
- ενημερώνομαι
- εξοικειώνομαι (με κτ)
- κατατοπίζομαι (σχετικά με)
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "learn" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "learn"
Phrases similar to "learn" with translations into Greek
-
μαθαίνοντας
-
Εκμάθηση γλώσσας με τη βοήθεια / υποστήριξη υπολογιστή
-
παρ' το απόφαση
-
εγγράμματος · λόγιος · πολυμαθής · σοφός
-
μαθησιακή διεργασία
-
στρατηγική μάθησης
-
Εκμάθηση γλώσσας με τη βοήθεια / υποστήριξη υπολογιστή
-
Θεωρίες μάθησης