Translation of "lecturing" into Greek

"παράδοση", διάλεξη, κήρυγμα are the top translations of "lecturing" into Greek.

lecturing noun verb grammar

Present participle of lecture. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • "παράδοση"

    noun

    Sorry boys, it's a little late for me to be giving lectures.

    Συγνώμη, παιδιά, είναι λίγο αργά για να κάνω παράδοση μαθήματος.

  • διάλεξη

    noun feminine

    The professor's lecture is about proving the opposite theory.

    Η διάλεξη του καθηγητή είναι για να αποδείξει το αντίθετο.

  • κήρυγμα

    Just don't lecture me about how to behave.

    Μην μου κάνεις κήρυγμα για το πως πρέπει να συμπεριφέρομαι.

  • κατήχηση

    During the detention, a team of three or four KGB members would lecture, interrogate, cajole, and threaten the brother.

    Στη διάρκεια της κράτησης, μια ομάδα από τρία ή τέσσερα μέλη της Κα-Γκε-Μπε έκαναν κατήχηση στον αδελφό, τον ανέκριναν, τον καλόπιαναν και τον απειλούσαν.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "lecturing" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "lecturing" with translations into Greek

  • επιμελήτρια · επιμελητής · λέκτορας · ομιλητής
  • σειρά διαλέξεων
  • αίθουσα διαλέξεων · αίθουσα διδασκαλίας
  • δίνω διάλεξη
  • δημόσια διάλεξη · διάλεξη · λόγος · ομιλία
  • λέκτορας
  • "παράδοση" · βάζω τις φωνές · δίνω διάλεξη · διάλεξη · διδάσκω · επίπληξη · επιπλήττω · κάνω κήρυγμα σε · κάνω μάθημα σε (κπ περί) · κατσαδιάζω · λόγος · μαθήματος · μαλώνω · νουθεσία · ομιλία · παράδοση
  • αίθουσα διαλέξεων
Add

Translations of "lecturing" into Greek in sentences, translation memory