Translation of "leeway" into Greek
έκπτωση, ευχέρεια, ευελιξία are the top translations of "leeway" into Greek.
The drift of a ship or airplane in a leeward direction. [..]
-
έκπτωση
noun -
ευχέρεια
Η ικανότητα ή δυνατότητα που έχει κάποιος να πραγματοποιεί εύκολα μια ενέργεια, χωρίς εμπόδια ή προβλήματα: ευχέρεια κινήσεων [ΜΗΛΝΕΓ]
The general conclusion is that air carriers have had more leeway to pick the groundhandler of their choice.
Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι οι αερομεταφορείς είχαν μεγαλύτερη ευχέρεια να επιλέξουν τον πάροχο επίγειας εξυπηρέτησης που επιθυμούσαν.
-
ευελιξία
We cannot allow ourselves the slightest bit of leeway in dealing with sin.
Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στον εαυτό μας την παραμικρή ευελιξία όσον αφορά στην αμαρτία.
-
Less frequent translations
- παρέκκλιση
- χάσμα
- περιθώρια κινήσεων
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "leeway" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate