Translation of "legitimation" into Greek
νομιμοποίηση, αναγνώριση are the top translations of "legitimation" into Greek.
legitimation
noun
grammar
The process of making something lawful, proper or fitting. [..]
-
νομιμοποίηση
nounIt submits that this case does not concern a situation in which such a legitimate interest exists.
Συγκεκριμένα, η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά περίπτωση κατά την οποία υφίσταται τέτοια νομιμοποίηση.
-
αναγνώριση
nounRecognising each country's legitimate interest in neighbouring countries' domestic affairs is another.
Ένα άλλο σημαντικό βήμα αποτελεί η αναγνώριση του νόμιμου ενδιαφέροντος κάθε χώρας για τις εσωτερικές υποθέσεις των γειτονικών της χωρών.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "legitimation" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "legitimation" with translations into Greek
-
απενοχοποίηση · νομιμοποιώ
-
έννομος · αμερόπληπτος · γνήσιος · θεμιτός · νομιμοποιώ · νόμιμος · νόμιμος, έγκυρος · ορθός
-
νόμιμος χρήστης
-
πορφυρογέννητος
-
θεμιτός
-
νομιμοποίηση
-
νόμιμη μοίρα
-
έννομος · αμερόπληπτος · γνήσιος · θεμιτός · νομιμοποιώ · νόμιμος · νόμιμος, έγκυρος · ορθός
Add example
Add