Translation of "linguist" into Greek
γλωσσολόγος, γλωσσομαθής, πολύγλωσσος are the top translations of "linguist" into Greek.
linguist
noun
grammar
One who studies linguistics. [..]
-
γλωσσολόγος
noun masculine m;f masculine;feminineone who studies linguistics [..]
I want to be a linguist.
Θέλω να γίνω γλωσσολόγος.
-
γλωσσομαθής
nounI am not a closet vegetarian but I am a bit of a linguist.
Δεν είμαι χορτοφάγος, είμαι όμως γλωσσομαθής.
-
πολύγλωσσος
noun masculineWith respect to communication, the Commission also remains committed to a multi-linguistic environment.
Όσον αφορά την επικοινωνία, η Επιτροπή επιβεβαιώνει την προσήλωσή της σε ένα πολύγλωσσο περιβάλλον.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "linguist" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "linguist" with translations into Greek
-
Υπολογιστική γλωσσολογία · υπολογιστική γλωσσολογία
-
Πρόταση
-
Γλωσσολογία · γλωσσολογία · φιλολογία
-
δομική γλωσσολογία · στρουκτουραλισμός
-
Θεωρητική γλωσσολογία
-
σειρά λέξεων
-
περιγραφική γλωσσολογία · περιγραφική γραμματική · συγχρονική γλωσσολογία
-
νευρογλωσσικός προγραμματισμός
Add example
Add